Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

#8 Όσα πιάνει το μάτι


Υπάρχουν και εκείνες οι στιγμές που σε πιάνει το φευγιό. Δεν σε χωράει ο τόπος. Αλλά τέτοιες εποχές ίσως να μην μπορείς να πας και πολύ μακριά. Τότε εάν καταφέρεις και συγκεντρώσεις ελάχιστα τον εαυτό σου, να τον μαζέψεις, τότε μπορεί και να δεις γεγονότα γύρω σου που λαμβάνουν χώρα, εμπεριέχοντας σε και όμως εσύ δεν είσαι εκεί. Είτε είναι φυσικά είτε ανθρώπινα. Έτσι μια δύση παύει να είναι μια φυσική διαδικασία.
Τότε έχεις την ελπίδα να καταλάβεις τον ποιητή και να δεις ότι τα μέρη και οι τόποι, όσο μακρινά και εξωτικά είναι, όσες προσδοκίες και αν γεννούν, μπορεί να μην προσφέρουν τίποτα, γιατί το μεγαλύτερο ταξίδι λαμβάνει βαθιά μέσα μας:

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες. 

Καβάφης: Η Πόλις

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Καταλωνία. Καμμία ψήφος δεν φέρνει αλλαγή!

Οι ταραχές μεταξύ ψηφοφόρων και δυνάμεων καταστολής, που σημειώθηκαν στην επαρχία της Καταλωνίας,  με αφορμή το δημοψήφισμα για την ανεξαρτητοποίηση της, είχαν ως αποτέλεσμα των τραυματισμό 800 και πάνω ατόμων εκ των οποίων ορισμένοι νοσηλεύονται σε σοβαρή κατάσταση. Το κράτος της Ισπανίας κατέβασε 10.000 άνδρες της αστυνομίας και της πολιτοφυλακής, με σκοπό να σφραγιστούν όλα τα εκλογικά κέντρα της Καταλωνίας και να αποτραπεί με κάθε μέσο το δημοψήφισμα.

Παρ’ όλα αυτά φαίνεται πως μόνο το 42,3 (2,26 εκατομμύρια) φαίνεται ότι προσήλθαν στις κάλπες. Από αυτούς το 90% ψήφισαν υπέρ της ανεξαρτησίας ενώ 196.000 ψήφισαν όχι. Τα υπόλοιπα 3 εκατομμύρια περίπου των Καταλανών,  δεν ψήφισαν και σαφώς τάσσονται οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, κατά της ανεξαρτησίας. Τα κουκιά φαίνεται πως δεν βγαίνουν, και παρά την φαινομενική νίκη του Ναι και τα πανηγύρια, το θέμα «ανεξαρτησία» έχει πολύ δρόμο ακόμα.

Να σημειωθεί ότι δεν αναφέρθηκαν συγκρούσεις μεταξύ των συγκεντρωμένων και των δυνάμεων
ασφαλείας. Ο σχεδιασμός της καταλανικής κυβέρνησης ήταν ο κόσμος να παραμείνει ειρηνικά έξω από τα σφραγισμένα εκλογικά κέντρα και παθητικά να δέχεται την δεδομένη καταστολή των μπάτσων. Ποντάροντας έτσι στην γενική κατακραυγή προς την ισπανική κυβέρνηση και κερδίζοντας
επικοινωνιακά. Οι πλαστικές σφαίρες, τα χτυπήματα με γκλοπ και τα ντου των αστυνομικών σε εκλογικά κέντρα απαντήθηκαν, κυρίως, μόνο με ειρωνικά χειροκροτήματα και γιουχαΐσματα. Είναι σαφές ότι ο κόσμος που κλήθηκε να ψηφίσει είτε ήταν αριστεροί, δεξιοί ή εθνικιστές , υπάκουσε πλήρως στον επικοινωνιακό σχεδιασμό της καταλανικής κυβέρνησης. Η τετραετία 2011-2015 με τις μεγάλες διαδηλώσεις για τις περικοπές, με την περικύκλωση της βουλής το καλοκαίρι του 2011, αναγκάζοντας τους βουλευτές να εισέλθουν στην βουλή ακόμα και με ελικόπτερα, φαίνεται να αποτελούν μακρινό παρελθόν. Η αυτοδιάθεση είναι πάντα καλοδεχούμενη, αρκεί να έρχεται μέσα από κοινωνικά απελευθερωτικά προτάγματα και να τα προωθεί μέχρι τις εσχατιές τους. Αυτή η κοινωνική αφομοίωση, χάρη της δημιουργίας ενός νέου εθνικού κράτους, είναι κάλπικη και δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα το απελευθερωτικό, παρά μια στείρα μεταφορά των υπαρχόντων ανισοτήτων, που ούτως άλλως υφίστανται στο Ισπανικό κράτος.

Σαλβαδόρ
Πηγή:anarchypress

Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

Στην Πύλο 77 πρόσφυγες που εντοπίστηκαν στα ανοιχτά του Μεσσηνιακού κόλπου

Στην Πύλο μεταφέρθηκαν το βράδυ της Δευτέρας οι 77 πρόσφυγες, εκ των οποίων αρκετά παιδιά, από το Ιράκ και την Συρία, που εντοπίστηκαν στα ανοιχτά του Μεσσηνιακού κόλπου. Η θαλαμηγός που επέβαιναν εξέπεμψε SOS. Προσωρινά θα φιλοξενηθούν στο κλειστό γυμναστήριο της Πύλου.
Φαίνεται πως η "στρόφιγγα" από την Τουρκία έχει ανοίξει δειλά δειλά, με αποτέλεσμα να υπάρχει αυξημένη είσοδο προσφύγων στον ελλαδικό χώρο. Ενδεικτικό είναι ότι μόνο στην Λέσβο σε ένα μήνα έχουν περάσει 2.000 πρόσφυγες, αριθμός αυξημένος σε σχέση με πέρυσι.
Τέλος φαίνεται πως μια δεύτερη πύλη εισόδου έχει ανοίξει, που είναι αυτή του νότιου ελλαδικού χώρου, καθώς εδώ και καιρό αποτελεί συχνό φαινόμενο η έλευση προσφύγων στην Μεσσηνία. Το φαινόμενο ενισχύεται και από πολλά πλεούμενα με πρόσφυγες που έχουν ως στόχο την είσοδο στον ιταλικό χώρο αλλά γίνονται αντιληπτά από τις ελληνικές αρχές συνήθως λόγω βλάβης.


Φώτο και πληροφορίες: tharrosnews

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

42 ημέρες φυλακή για άρνηση πληρωμής διοδίων

Σε φυλάκιση 42 ημερών καταδικάστηκε ο 47χρονος άνεργος Στράτος Δασκαρόλης για την μη πληρωμή διοδίων πριν από μερικά χρόνια. Την ποινή την επέβαλε το πταισματοδικείο Καλαμάτας. Να σημειωθεί ότι ο 47χρονος αρνήθηκε να πληρώσει τα πρόστιμα (2.400), τα έξοδα της δίκης καθώς και τις ημέρες φυλάκισης του και οδηγήθηκε στην φυλακή.

Είναι σαφές πως η παραπάνω υπόθεση αποτελεί μια συνειδητή ατομική πράξη αντίστασης. Επίσης, πρέπει να γίνει σαφές ότι το κράτος ανά πάσα στιγμή μπορεί να πάρει πίσω ότι φαινομενικά του ανήκει. Έτσι, λοιπόν, πριν από χρόνια, άφησε να εξελιχθεί μια πολιτικάντικη καμπάνια άρνησης πληρωμών και όταν ήρθε η ώρα που αποκομίσθηκαν τα εκλογικά οφέλη για τους αριστερούληδες, αυτό σταμάτησε. Το χαράτσι στην ΔΕΗ πήγε αυτομάτως στην εφορία ως ΕΝΦΙΑ. Στάλθηκαν τα ραβασάκια με τα πρόστιμα για άρνηση πληρωμής διοδίων και άρχισαν οι πρώτες καταδικαστικές αποφάσεις. Οι πλειστηριασμοί σπιτιών γίνονται πλέον ηλεκτρονικά κ.α. Το κράτος σε τέτοιου είδους αντιστάσεις, ξέρει να λειτουργεί αποτελεσματικά και τελικά να τις γυρίζει προς όφελός του, απλοποιώντας τις διαδικασίες.

Ο Σύριζα και ολόκληρη η Αριστερά χρησιμοποίησαν με ελεεινό τρόπο την αμφισβήτηση του κόσμου, ώστε να ανέλθουν στην εξουσία. Προέτρεψαν τον κόσμο σε ενέργειες που τελικά δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα το επαναστατικό, παρά ήταν το επικοινωνιακό όχημα στον δρόμο για την εξουσία.

Έτσι ο Στράτος Δασκαρόλης μια μέρα πριν την δίκη του κάλεσε τον κόσμο στο δικαστήριο ώστε να μην είναι μόνος σ’ αυτή την μάχη: «Δεν μπορώ να περιγράψω σε τι ψυχολογική κατάσταση βρίσκομαι αυτήν την στιγμή, αυτοί που με γνωρίζουν προσωπικά ξέρουν. Εγώ προσωπικά το βλέπω ως μια μάχη που πρέπει να δοθεί και δεν πρέπει να είμαι μόνος μου. Χρειάζομαι την βοήθεια σου χρειάζομαι την παρουσία σου στο δικαστήριο να πάρω δύναμη να δείξουμε ότι δεν είμαστε μονάδες. Εσείς που με γνωρίζετε ξέρετε ότι θα κάνω το καθήκον μου κάντε και εσείς το δικό σας». Δεν ξέρουμε πόσοι φίλοι και σύντροφοι στάθηκαν στην δίκη, αλλά τα αριστερά κόμματα, έμειναν κυρίως στις ανακοινώσεις για την άδικη απόφαση του δικαστηρίου. Το επαναστατικό καθήκον εξετελέσθη.

Ο μόνος τρόπος αντίστασης είναι η ολοκληρωτική άρνηση όλων αυτών των λαμογιών, που κάτω από την ομπρέλα της πολιτικής, της δημοκρατίας κ.λπ. εξαπατούν τον κόσμο για δικό τους εξουσιαστικό όφελος.

Ελευθερόκοκκος
Πηγή: anarchypress

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Ημερολόγιον της Ζωής -1922-

Μια μικρή άγραφη ιστορία

Η παρακάτω τραγική ιστορία είναι μια από τις χιλιάδες που δημιουργήθηκαν μετά από τον πόλεμο του ελληνικού κράτους με το αντίστοιχο τούρκικο το 1922. Την παραπάνω ιστορία μού την διηγήθηκε ο μπάρμπα Στρατής Κισόγλου στα 102 του χρόνια και είναι η ιστορία της δικιάς του οικογένειας τις πρώτες μέρες εκείνου του Σεπτέμβρη του 1922 στην Σμύρνη. Η ιστορία αυτή περιλαμβάνεται, επίσης, σε βιβλίο του ίδιου και επιμέλεια της Μαρίας Σταθέα με τον τίτλο «Ημερολόγιον της Ζωής 1922».


Η δημοσίευση της στο φύλλο της Διαδρομής φιλοδοξεί να προσφέρει ένα λιθαράκι στην συλλογική μας μνήμη, καθώς συμπληρώθηκαν ήδη 93 χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή και την γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων από τις δολοφονικές ορδές του υπό ανασύσταση τουρκικού κράτους. Να υπογραμμίσουμε ότι πίσω από την κρατική ιστορία, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, τις συμφωνίες, τις συνθήκες και τα διατάγματα, υπάρχουν μεγάλες ανθρώπινες ιστορίες που περιλαμβάνουν ξεριζωμό, πόνο, απώλεια, θάνατο και βάρος… το βάρος της μνήμης για τους ζωντανούς.

Προύσα-Κωστάντζα-Σμύρνη

Η οικογένεια του μπάρμπα Στρατή καταγόταν από την Προύσα της Μικράς Ασίας. Οι γονείς του ήταν ο Κωνσταντίνος και η Βηθλεέμ, τα αδέλφια του ήταν ο Γιάννης, η Τασία και η Σοφία. Το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων και η ταυτόχρονη άνοδος των Νεότουρκων, αναγκάζουν τη οικογένεια το 1914, να εγκαταλείψει το σπίτι της και να αναζητήσει ασφαλές μέρος στην Κωστάντζα της Ρουμανίας. Η νέα εγκατάσταση στην Κωστάντζα κρατάει τέσσερα χρόνια και το 1918, με την προσάρτηση της περιοχής της Σμύρνης στο ελληνικό κράτος, η οικογένεια μετακινείται ξανά προς την Μικρά Ασία, αλλά αυτή την φορά προς το Σεβτικιόγι της Σμύρνης.

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τη νέα εγκατάσταση. Η μεγάλη αδερφή της οικογένειας, η Τασία παντρεύεται ένα στρατιώτη καταγόμενο από την Κυπαρισσία. Η ζωή φαίνεται να κυλάει ομαλά, πολλοί ήταν αυτοί που ξαναβρήκαν παλιούς φίλους και γείτονες από την εποχή προ των βαλκανικών πολέμων και των Νεότουρκων. Όλα φαίνονταν κάπως να βρίσκουν μια ροή, αλλά η κυριαρχία δεν έχει τελειώσει με το μοίρασμα των εδαφών, η ιστορία συνεχίζει να γράφεται και το αίμα δεν στέρεψε.

Τον Σεπτέμβρη του 1922 το μέτωπο του πολέμου σπάει και ο ελληνικός στρατός υποχωρεί άτακτα προς τα παράλια και την πόλη της Σμύρνης, μαζί και ο ελληνικός πληθυσμός που ψάχνει απεγνωσμένα τρόπο διαφυγής. Η οικογένεια του μπάρμπα Στρατή εγκαταλείπει το νέο της σπίτι μετά από επίθεση των Κέτηδων. Οι Κέτηδες (ή Τσέτες ήταν ένοπλοι Τούρκοι εθελοντές που δρούσαν οργανωμένα σε τάγματα ή συμμορίες) πιάνουν το μικρότερο μέλος της οικογενείας την Σοφία. Η Σοφία αντιστέκεται, κλαίει, βρίζει και τους κλωτσάει. Την αρπάζουν και την σέρνουν λίγα μέτρα στο δρόμο όπου την εκτελούν μπροστά στα μάτια όλης της οικογένειας. Ο μπάρμπα Στρατής την σκηνή αυτή δεν θα την ξεχάσει σε όλη του την ζωή, δεν συμβαίνει το ίδιο όμως και με το πρόσωπο της αδερφής του όπου η μνήμη το ξεθώριασε.

Μετά τον χαμό της Σοφίας η οικογένεια κατευθύνεται κυνηγημένη προς την Σμύρνη. Σκοπός ήταν το πέρασμα τους στον ελλαδικό χώρο. Η Σμύρνη καίγεται και το σκηνικό θυμίζει κόλαση του Μπος. Τρέχουν ανάμεσα σε καμένα κτήρια, σκοτωμένους ανθρώπους και ματωμένες λόγχες. Μέσα στον πανικό η οικογένεια βρίσκει καταφύγιο σε μια εκκλησία με λαμαρινένια στέγη, όπου φρουρείται από Ιταλούς στρατιώτες. Εκατοντάδες είναι στοιβαγμένοι σε αυτό τον χώρο. Στην εκκλησία η μητέρα του Στρατή διαπιστώνει ότι ο πατέρας, τα δύο αδέρφια και ο γαμπρός της οικογένειας έχουν μείνει έξω από αυτήν. Για λίγο επικρατεί πανικός και κλάματα αλλά η μητέρα, αφού προσπαθεί να εξηγήσει στους Ιταλούς στρατιώτες τη συμβαίνει, αφήνει τον Στρατή στην εκκλησία και βγαίνει έξω να αναζητήσει τους υπόλοιπους.

Στο δρόμο βρίσκει την μια της έγκυο κόρη παρέα με τον γαμπρό της να έχουν αιχμαλωτιστεί από Τούρκους στρατιώτες. Πέφτει στα πόδια τους και αφού παριστάνει την τουρκάλα καταφέρνει να τους αποσπάσει. Εν το μεταξύ ο πατέρας και ο μεγαλύτερος γιος βρίσκονται σε ένα σχολείο όπου επίσης φρουρείται από Ιταλούς. Όλοι μαζί κατευθύνονται στην εκκλησία όπου ο Στρατής τους περιμένει. Για λίγο είναι πάλι όλοι μαζί, μα έχει φύγει για πάντα η Σοφία. Η φωτιά που έχει ξεσπάσει στην πόλη πλησιάζει στα διπλανά κτήρια της εκκλησίας. Η λαμαρινένια στέγη της εκκλησίας πυρώνει κάνοντας την κατάσταση στο εσωτερικό της αποπνικτική. Πολλοί δεν αντέχουν και πεθαίνουν.

Οι Ιταλοί την νύχτα ανοίγουν την πίσω πόρτα του ναού λέγοντας στους εγκλωβισμένους ότι θα τους οδηγήσουν στην προκυμαία με την προϋπόθεση να φωνάζουν «Ιτάλιαν» γιατί αλλιώς θα κινδύνευαν με παράδοση στους Τούρκους.
Οι Ιταλοί στην προκυμαία ξεχωρίζουν αυτούς που φώναζαν «Ιτάλιαν» προς την μεριά της θάλασσας, ενώ τους υπόλοιπους προς την φλεγόμενη πόλη. Αυτός ο διαχωρισμός δεν κράτησε για πολύ αφού ο κόσμος που ήταν στην μεριά της πόλης έσπασε το μπλόκο των Ιταλών. Παρ’ όλα αυτά οι εγκλωβισμένοι στην προκυμαία, είτε ήταν υπό «ιταλική προστασία» είτε όχι δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν. Κάποιοι σκοτώνονται και οι υπόλοιποι αιχμαλωτίζονται.

Η Αιχμαλωσία

Το ξημέρωμα βρίσκει την οικογένεια αιχμάλωτη των Τούρκων όπου οδηγείται στο Μπουρνόβα, προάστιο έξω από την Σμύρνη. Τους χτυπούν με ξύλα προστάζοντας τους να κινηθούν γρήγορα. Οι αργοί και οι άρρωστοι εκτελούνταν ή αφήνονταν να πεθάνουν στο δρόμο. Στο Μπουρνόβα οι αιχμάλωτοι στοιβάζονται σε παράγκες, και δέχονται την επίσκεψη Αμερικάνων αξιωματικών όπου τους διαβεβαιώνουν ότι θα τους στείλουν τρόφιμα και ότι σχεδιάζεται η απελευθέρωσή τους. Πράγματι λίγες μέρες μετά μοιράζονται αλεύρι, κονσέρβες και ψωμάκια στους αιχμαλώτους. Ο μπάρμπα Στρατής μέχρι το τέλος της ζωής του θυμόταν τη λεπτομέρεια ότι τα ψωμάκια ζύγιζαν 100 δράμια. Τα πράγματα στο συγκεκριμένο στρατόπεδο συγκέντρωσης ήταν φρικτά, ο κόσμος υπέφερε από πείνα, ψείρες και αρρώστιες και σαν να μην έφταναν αυτά οι στρατιώτες έμπαιναν τα βράδια στις παράγκες και διάλεγαν τα ομορφότερα κορίτσια για να ικανοποιήσουν τις άρρωστες ορέξεις τους. Μια μέρα μάζεψαν όλους τους άνδρες από 16-60 χρονών, ο πατέρας, ο μεγάλος γιος και ο γαμπρός αρπάζονται και εξαφανίζονται, δεν ξαναγυρνούν πίσω. Απόγνωση για την μητέρα, το μικρό Στρατή και την κόρη που έμειναν πίσω.

Μετά από είκοσι μέρες οι εναπομείναντες αιχμάλωτοι μπαίνουν σε σειρά και μεταφέρονται πάλι στην Σμύρνη. Όσους φορούν ρούχα και παπούτσια που βρίσκονται κάπως σε καλή κατάσταση, τους αναγκάζουν να τα βγάλουν και τους υποχρεώνουν να περπατούν ημίγυμνοι. Στην Σμύρνη στοιβάζονται σε ένα μαντρότοιχο. Η τροφή τους περιοριζόταν σε ξεροκόμματα που τα πετούσαν οι στρατιώτες από τον μαντρότοιχο και οι πεινασμένοι αιχμάλωτοι τσακώνονταν για το ποιος θα τα πάρει. Τα ξεροκόμματα έπεφταν στις λάσπες, στα σκουπίδια και στα περιττώματα αλλά συνέχιζαν να είναι εξαιρετικό δώρο επιβίωσης αλλά και μήλο της έριδος μεταξύ των αιχμαλώτων.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό η κόρη γεννάει και η μάνα παίρνει το παιδί και το πετάει στα σκουπίδια, σκεπτόμενη πως ένα μωρό θα ήταν αδύνατο να ζήσει σε αυτές τις συνθήκες παρέα με την ανασφάλεια της καθημερινής απειλής για την δικιά τους ζωή. Η παραπάνω τραγική πρακτική φαίνεται πως ήταν διαδεδομένη μεταξύ των αιχμαλώτων που ήταν ετοιμόγεννες. Ρούχα για να τυλιχτεί το παιδί δεν υπήρχαν, οι γυναίκες ήταν ήδη πεινασμένες και έμοιαζαν με ανθρώπινα ράκη πράγμα που επηρέαζε άμεσα τον θηλασμό με την έλλειψη γάλατος. Όσο κι αν φαίνεται υπερβολικό και απάνθρωπο, από την μεριά του θεατή, η ζωή εκείνων των ανθρώπων έπαιζε τραγικά παιχνίδια με ακόμα πιο απάνθρωπα διλήμματα ζωής και θανάτου σε καθημερινή βάση.

Η Φυγή

Μετά από ένα μήνα οι κρατούμενοι οδηγούνται, με συνοδεία ιππέων και διαχωρισμένοι από το υπόλοιπο πλήθος της πόλης με ένα σκοινί, στο λιμάνι της Σμύρνης ώστε να επιβιβαστούν σε πλοία με προορισμό ορισμένα λιμάνια ελληνικών πόλεων. Στο δρόμο δεν ήξεραν που οδηγούνται και μόνο όταν έφτασαν στην προβλήτα και είδαν τα πλοία που περίμεναν κατάλαβαν ότι ήρθε η ώρα να φύγουν και ξέσπασαν σε κλάματα χαράς.

Κάπου εκεί η μητέρα Βηθλεέμ με τα δυο παιδιά της τον Στρατή και την Τασία επιβιβάζεται μαζί με άλλους σε πλοίο που τους αφήνει στο Μεσολόγγι. Από τα 7 άτομα που απαριθμούσε οι οικογένεια είχαν μείνει 3. Μετά από μέρες στην πόλη του Αγρινίου ο μικρός γιος συναντάει ανέλπιστα τον πατέρα. Ο πατέρας έχοντας αποδράσει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης είχε επιβιβαστεί και αυτός σε πλοίο για το Μεσολόγγι. Τα βάσανα μόλις είχαν τελειώσει προς το παρόν… όχι όμως και ο πόνος που προκαλούν οι αναμνήσεις και η θύμηση των χαμένων δικών τους ανθρώπων. Ο αδερφός και ο γαμπρός τού Στρατή χάθηκαν για πάντα στα στρατόπεδα εργασίας.

Στο Αγρίνιο ένας οδηγός φορτηγού πείθει την οικογένεια να τους μεταφέρει στην Καλαμάτα. Η οικογένεια του Στρατή εγκαθίσταται στην παραλία κάτω από ένα αρμυρίκι. Στην αρχή τους αντιμετώπιζαν σαν άγρια θηρία, έρχονταν κόσμος να τους δει και τους έλεγαν τουρκόσπορους. Σιγά σιγά οι μόνιμοι κάτοικοι τους συνήθισαν, τους πρόσφεραν στέγη και δουλειά, όμως το μελάνι της ιστορίας συνέχισε να στιγματίζει το σώμα και την καρδιά του μπάρμπα Στρατή: λιμενεργάτης στην αιματοβαμμένη εξέγερση στην Καλαμάτα τον Μάιο του 1934, στρατιώτης και τραυματίας στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, αντάρτης στο τάγμα του Ταϋγέτου, βασανισμοί και πολλά χρόνια φυλακή.

Ο μπάρμπα Στρατής έφυγε από αυτή τη ζωή σε ηλικία 103 χρονών. Σε μία από τις βόλτες που κάναμε στην παραλία της Καλαμάτας, ένα χρόνο περίπου πριν φύγει, περάσαμε από το αρμυρίκι όπου η οικογένεια του είχε εγκατασταθεί, όταν είχε πρωτοέρθει στην πόλη. Το δέντρο αυτό ήταν το τέλος της μικρασιατικής του περιπέτειας και η αρχή για μια νέα ζωή σε ένα καινούργιο τόπο. Το αγκάλιασε και το φίλησε, σαν κάποιον συνομήλικο φίλο από τα παλιά, όπου μετά από χίλια κύματα ξαναβρίσκονται και ο καθένας κατάφερε να μείνει στην θέση του με αξιοπρέπεια. Μου είχε πει τότε: «Καμιά φορά που περνάω από εδώ το αγκαλιάζω, είναι ο μόνος φίλος που μου έχει απομείνει από εκείνα τα χρόνια».

Ελευθερόκοκκος

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.153, Οκτώβριος 2015

Πηγή: Anarchy Press

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Η Ευγενία μας έφυγε

Στις 10 Ιουνίου το πρωί έφυγε με βλέμμα καθαρό και οξύ νου, η φίλη και συντρόφισσα μας Ευγενία Βουγιούκογλου. Πάλεψε με τον καρκίνο, όμοια με την διαδρομή της σ’ αυτό τον κόσμο, με δύναμη, θάρρος και αξιοπρέπεια.
Η Ευγενία κατάγονταν από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας και μεγάλωσε στην Καισαριανή. Κουβαλούσε από του πρόσφυγες προγόνους της, μια ιδιαίτερη μαγιά που την έκανε δυνατή και εξωστρεφή, απαλείφοντας έτσι με μιας τα όποια προβλήματα που κατά καιρούς είχε να αντιμετωπίσει. Πολλοί ίσως να την θυμούνται από τους δυο της χώρους που είχε στήσει στην Καισαριανή για την επιβίωσή της, παλαιότερα την Μουριά και μέχρι πριν λίγα χρόνια το Προλεταριακό. Κάποιοι μπορεί να είχαν παίξει μουσική, να είχαν χορέψει και τραγουδήσει στα κατά καιρούς καζανίσματα του Προλεταριακού, που η Ευγενία έδινε τον ρυθμό στον κόσμο με το τουμπελέκι της, παίρνοντας και το προσωνύμιο Ευγελέκι.
Πολλοί επίσης θα είναι αυτοί που θα την θυμούνται για την επιμονή της, να μην παίρνει χρήματα για το φαγητό και το κρασί που πρόσφερε, ακόμα και όταν η ίδια αυτά τα χρήματα τα είχε πραγματικά ανάγκη. Ήταν εκεί και πρόσφερε ακόμα και τις φορές που η ίδια χρειαζόταν προσφορά, αντιστρέφοντας με μαγικό τρόπο τα δεδομένα. Ουσιαστικά το Προλεταριακό ήταν η εικόνα της Ευγενίας για την δικιά της Ευτοπία. Με ανιδιοτέλεια και πολλούς ή λίγους ανθρώπους, που θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί σε μια άναρχη κοινότητα.
Η Ευγενία δεν ήθελε να χαϊδεύει αυτιά, η αγάπη της για τους ανθρώπους γύρω της δεν ήταν εμπόδιο ώστε να διαφωνήσει και να συγκρουστεί με ότι θεωρούσε λάθος.
Επίσης, άλλοι μπορεί να θυμούνται την Ευγενία στο δρόμο, απέναντι στο κράτος και την εξουσία, να βαδίζει με βλέμμα καθαρό και βροντερή φωνή που ισοπεδώνει την στενότητα της πόλης και να δημιουργεί ανοιχτούς χώρους αναρχίας, χωρίς συστήματα. Η ανεξούσια και άναρχη πορεία της Ευγενίας συγχρονίστηκε και συνδιαμορφώθηκε με τους τετράποδους συντρόφους της, τον Ντουρούτι, την Γλύκα και την Εκάβη και αργότερα με την San-papiers και τον Λούμπεν. Οι τετράποδοι  φίλοι στάθηκαν η αφορμή για την δημιουργία μια δυνατής συντροφικής φιλίας ζωής με έναν ιδιαίτερο γι’ αυτήν άνθρωπο. Το παραπάνω γεγονός γέννησε με την σειρά του και άλλες σχέσεις και γνωριμίες. Έτσι οι τελευταίοι τετράποδοι συγκάτοικοι φίλοι της ήταν ο Μπάτης και η γατούλα Μπαχ.
Το στοιχείο της ανιδιοτέλειας διακατείχε την Ευγενία και στο δρόμο. Δεν δίστασε να σώσει αρκετούς ανθρώπους από τα δολοφονικά χτυπήματα των μπάτσων, προτάσσοντας το όρθιο σώμα της αντί κάποιου πεσμένου και αβοήθητου, με αποτέλεσμα να δέχεται την σφοδρότητα των χτυπημάτων, με σοβαρές συνέπειες για την ίδια. Κάπως έτσι προστάτευσε και τους συντρόφους της σε επίθεση φασιστών σε καφενείο, μπαίνοντας μπροστά με μόνο όπλο μια καρέκλα. Το ίδιο και όταν η μανία των μπάτσων θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την αγαπημένη της τετράποδη ανεξούσια Εκάβη, η Ευγενία την φυγάδευε σε τόπους ασφαλέστερους. Λες και το δικό της σώμα ήταν ατσάλινο. Και όντως ήταν ατσάλινη η Ευγενία, αλλά με ψυχή και όνειρα λεπτά. Αν την έχανες ήξερες ότι θα την βρεις στον τόπο με την μεγαλύτερη φωτιά. Θα ήταν εκεί αγέρωχη και ατρόμητη για να βοηθήσει ώστε αυτός ο κόσμος ο στενός να απλώσει, να αποκτήσει χώρο. Η Ευγενία ήθελε χώρο, να απλωθεί και να βλέπει σε βάθος ορίζοντα. Ώστε να βαδίζει εξεγερμένη ανεξούσια και ωραία.

Καλό ταξίδι Ευγενία.
Με την ευχή να βρήκες τον χώρο σου.
Ελευθερόκοκκος 
Την Ευγενία θα την αποχαιρετήσουμε τη Δευτέρα 12 Ιουνίου στις 17:30 στο νεκροταφείο της Καισαριανής.

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Ταίναρο. Η σκιά και το φως



Είναι γνωστή η αγάπη του Μπούρμπουνα για το Ταίναρο. Ένα μέρος φορτισμένο, απομονωμένο, σκληρό και εχέμυθο.
Πέτρα και φως έλεγε ο Πάτρικ Λη Φερμόρ για να εξηγήσει την Μάνη. Με πέτρα και φως τελειώνει και αυτή η χερσόνησος ως τον φάρο του Ταίναρου.
Αρχαίοι συγγραφείς έχουν γράψει γιαυτό, οι πέτρες του περιβάλλονται από προιστορικούς μύθους που έφτιαξε ο άνθρωπος, για να εξηγήσει την ενέργεια αυτού του τόπου.
Κέρβερος, Αρίων, Ηρακλής, Ορφέας, Ευρυδίκη, Απόλλωνας, Άδης, Ποσειδώνας, ονόματα που χάνονται πίσω στον χρόνο και που με κάποιον τρόπο σχετίζονται με αυτό τον τόπο, άλλοι ως περαστικοί και άλλοι ως κάτοικοι.
Ευτυχώς το Ταίναρο ξέρει να κρατάει μυστικά. Αφήνει σημάδια, εδώ και εκεί, μικρά και δυσεύρετα τα περισσότερα, δίχως σημασία για όσους γοητεύονται από την λάμψη και όχι με το φως,
για όσους δεν έχουν ψάξει σε σκοτάδια.
Ξέρει πως ότι του πεις και είναι βγαλμένο από τα δικά σου υπόγεια, να το κρατάει φυλαγμένο. Το φως και το σκοτάδι συνυπάρχουν ισάξια, δύο όψεις μα ψυχή μια. Η σκιά με το φως σε σάρκα μια. Αυτή είναι η σπουδή αυτού του τόπου.

Παλαιότερη δημοσίευση για το Ταίναρο

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Αριστερά και ρεμπέτικο

«Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού-Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε, όπως στην τελευταία ταινία του Τζώρτζ Ραφτ. Στις οχτώ ακριβώς ακούστηκε μια ριπή από πολυβόλο και σε λίγο σκόρπιοι πυροβολισμοί. Στις οχτώ και πέντε έφτασε ο Γαλάνης να μας πει να διαλυθούμε. Εγώ κατέβαινα μαζί του μέχρι την Εγνατία. «Απλή δουλειά» είπε. «Μόλις μπήκαμε μέσα στον τεκέ τούς βρήκαμε όλους ξαπλωμένους στην κουρελού, ακίνητους, σα να μην άκουσαν που μπήκαμε. Τους φωνάξαμε να σηκωθούν. Δε σηκωθήκανε, ήτανε βαριά μαστουρωμένοι. Τους ρίξαμε με την ησυχία μας μια και καλή. Δε σάλεψε κανείς τους, ούτε κιχ, οχτώ άτομα. Θ’ ανασάνει τώρα η γειτονιά από την αλητεία του Κιορπέ». «Πάρε το περίστροφο» είπα «δεν έχω που να το ακουμπήσω απόψε». Πρόσεξα τη φωνή μου. Την πρόσεξε και ο Γαλάνης. «Σε καταλαβαίνω» είπε. «Δεν έχεις συνηθίσει ακόμα». «Είναι κι αυτό» είπα.» (Μανώλης Αναγνωστάκης, «Το Περιθώριο ’68-’69»).

Μαρτυρία του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη, από την έφοδο της ΟΠΛΑ σε τεκέ της Θεσσαλονίκης και την εκτέλεση των θαμώνων την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι απότοκο των ραγ­δαίων και βίαιων κυριαρχικών εξελίξεων, που έλαβαν χώρα στον ελλαδικό χώρο από τον 19ο αιώνα, με την ίδρυση του ελλαδικού κράτους. Το γεγονός της απομάκρυνσης μεγάλων πληθυσμών από την ύπαιθρο και τις κοινότητες και η εγκατάστασή τους στις μεγάλες πόλεις, υπήρξε καθοριστικό για την γέννηση και την σχηματοποίηση ενός τραγουδιού, που τουλάχιστον στην αρχή της δημιουργίας του, ήταν έκφραση όλων αυτών που δεν μπορούσαν να αφομοιωθούν στις νέες κυριαρχικές συνθήκες. Υπήρξε έκφραση όλων αυτών που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και την κοινότητα και ξεβράστηκαν στα λιμάνια και στις σκιές των απρόσωπων πόλεων, που όλο και μεγάλωναν. Η αμηχανία μπροστά στα νέα δεδομένα των ανθρώπων που το δημιούργησαν, ο τρόπος έκφρασης μιας συγκεκριμένης κοινότητας ανθρώπων, τα πάθη της, οι έρωτες της και ο τρόπος επικοινωνίας όσων είτε δεν μπορούσαν, είτε δεν ήθελαν να συμμετάσχουν στην κανονικότητα της κοινωνίας. Στην πορεία και ειδικότερα με την εδραίωση της δισκογραφίας στα μέσα του 20ου αιώνα, το ρεμπέτικο τραγούδι στρογγυλοποιήθηκε, κόπηκε και ράφτηκε ώστε να χωρέσει σε δίσκους γραμμοφώνου, έγινε εμπορικό προϊόν και βαφτίστηκε, ανάλογα με τους καιρούς και την πολιτική εξουσία που κυριαρχούσε, περιθωριακό, χασικλίδικο, αυθεντικό, λαϊκό κλπ. Κυνηγήθηκε από πολλούς σε όλη την διαδρομή του, αλλά, από την μεταπολίτευση και μετά βαπτίστηκε ως γνήσια «λαϊκή έκφραση» και θεοποιήθηκε, από τον ίδιο πολιτικό χώρο που κάποτε το κυνήγησε λυσσασμένα, την αριστερά. Τέτοιες πρακτικές αφομοίωσης, αφού πρώτα παρέλθει το στάδιο των καταγγελιών και των διώξεων, είναι γνωστές στον εν λόγω πολιτικό χώρο.

Οι πανταχόθεν διώξεις

Η αδιαφορία του ρεμπέτικου τραγουδιού προς την λέξη «πολιτική» ήταν τελικά και ο βασικός λόγος των διώξεων του. Οι προβαλλόμενες αιτίες των διώξεων, όπως η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και η λογοκρισία του τραγουδιού, λόγω θεματολογίας, ήταν ουσιαστικά οι αφορμές. Η πραγματική αιτία υπήρξε ο αδέσποτος χαρακτήρας μιας κοινότητας που αγνοούσε τις αρχές και ουσιαστικά υπογράμμιζε μέσα από τα τραγούδια και την καθημερινή συμπεριφορά της, την υποκρισία και την βαθιά σήψη της κοινωνικής κανονικότητας που ήθελαν τα κατά καιρούς καθεστώτα. Το ρεμπέτικο και οι εκφραστές του κυνηγήθηκαν όπως είναι γνωστό από την αστυνομία, τον Μεταξά, τις δεξιές κυβερνήσεις και την Χούντα. Παρ’ όλα αυτά, ένας ακόμα διώκτης του συγκεκριμένου τραγουδιού υπήρξε και η αριστερά. Η αριστερά ουσιαστικά συντάχθηκε με το καθεστώς του Μεταξά στο ζήτημα του ρεμπέτικου τραγουδιού. Γι’ αυτήν, το ρεμπέτικο και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαν και εκφράζονταν, ήταν αγκίδα στην φτέρνα της δικιάς της κοινωνικής κανονικότητας και έπρεπε να ξεριζωθεί. Ήταν ένα κομμάτι που δεν μπορούσε να ελεγχθεί και αυτό ενοχλούσε. Προπολεμικά, αλλά και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, οι αριστεροί έκαναν εφόδους σε τεκέδες και μαγαζιά και τα έκαναν λαμπόγυαλο. Μάλιστα, στις πιο ήπιες περιπτώσεις, οι αριστεροί απειλούσαν τους ρεμπέτες να μην παίζουν «μάγκικα» και «χασικλίδικα» τραγούδια. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, στην αυτοβιογραφία του, μας παρουσιάζει την κατάσταση που επικρατούσε τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου. Από την μια μεριά ο φόβος των κομμουνιστών για τα τραγούδια που έπαιζε και από την άλλη ο φόβος των Χιτών που προσπαθούσαν να τον καλοπιάσουν με ανταλλάγματα να τους καταδώσει αριστερούς και στην μέση ο ρεμπέτης Βαμβακάρης αμήχανος μπροστά στο παραλογισμό της εξουσίας. «Ερχόντουσαν λοιπόν εκεί οι κομμουνιστές, και μου λέγανε. Ά, αυτά τα τραγούδια που λες τα χασικλήδικα, να τα σταματήσεις. Εδώ ήτανε χάος, χάος απ’ αυτόν τον κόσμο όλο, κι αυτοί θέλανε για να σταματήσω τα τραγούδια τα χασικλίδικα! Δεν τα θέλανε με κανένα τρόπο. Θα σε κάνουμε εξορία. Θα σε διώξουμε. Δεν θέλουμε. Να μην τα λες αυτά τα τραγούδια. Τι να κάνω; Ζούλα από τον ένα, ζούλα από τον άλλο».[1] Και παρακάτω αναφέρει μια συνάντηση με τους Χίτες: «–Αυτό θα μας κάνεις. Θα μας τα λες όλα, θα σου δίνουμε ό,τι γουστάρεις να τρως στο σπίτι σου. Ψωμιά, φαγιά, μυστήρια και θα σε πληρώνουμε. – Τι να πω; Ό, τι μου λέγανε, ναι έλεγα με το κεφάλι, δεν μπόραγα να πω διαφορετικά. Ναι, ναι, ναι, ναι. Μέχρι να τελειώσω να καθαρίσω να φύγω».[2]

Έχει ειπωθεί ότι η επιθετική γραμμή του ΚΚΕ κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού είχε εντολή από ψηλά. «Σε μια ολομέλεια της εποχής, ο τότε γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης, αποκάλεσε το ρεμπέτικο τραγούδι της κάμας και της ντεκαντέντσιας και κάλεσε τα μέλη να σπάνε τους τεκέδες».[3] Η ίδια γραμμή επικρατεί και την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, όπου η οργάνωση ΕΠΟΝ, μέσα από άρθρα της στην εφημερίδα «Νέα Γενιά», προτρέπει τους γνήσιους αγωνιστές και τα μέλη της, να σπάνε τους τεκέδες, όπου τους βρίσκουν. Βέβαια, η παραπάνω πράξη μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι είναι ενάντια της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών. Εάν η σκέψη προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα, όμως, θα διαπιστωθεί, ότι η βία που ασκήθηκε ιστορικά από μέλη του ΚΚΕ και των παρακείμενων οργανώσεων σε χασικλήδες, ηρωινομανείς και ρεμπέτες, απέβλεπε στην επιβολή της δικής του δύναμης. Η λογική τού όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας, στο μεγαλείο της. Το αρχικό απόσπασμα του Μανώλη Αναγνωστάκη είναι ενδεικτικό του είδους αγώνα του ΚΚΕ ενάντια στα ναρκωτικά σε καιρό εμφυλίου πολέμου. Άνθρωποι εξαρτημένοι που δεν χωρούσαν στον ιδανικό κόσμο του κόμματος θα έπρεπε να θανατώνονται. Στην θέση των χασικλήδων άνετα θα μπορούσαν να μπουν (και έμπαιναν) οποιοιδήποτε διαφωνούντες.

Ο λόγος των αριστερών κατά του ρεμπέτικου

Η αριστερή αρθογραφία βρίθει από λίβελους κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού. Στο βιβλίο του Κώστα Βλησίδη, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, καθώς και σε αυτό του Παναγιώτη Κουνάδη Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, παρουσιάζονται πολλά κείμενα που αφορούν το ρεμπέτικο από το 1929 έως το 1970. Τα κείμενα που σχετίζονται με την αριστερά παρουσιάζουν σχετική ομοιογένεια ως προς τον καταγγελτικό τους λόγο. Ακόμα και οι ελάχιστοι συμπαθούντες των ρεμπέτικων δεν μπορούν να ανεχτούν τα «μάγκικα και τα χασικλίδικα». Εξαίρεση, βέβαια, από όλους τους αρθογράφους που δέχεται το ρεμπέτικο ως έχει είναι μόνο ο Πάνος Τζαβέλας. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε, ότι ο καταγγελτικός λόγος των αριστερών για το ρεμπέτικο δεν διαφέρει σε καμμία περίπτωση από αυτόν των λεγόμενων δεξιών.

Το πρώτο κείμενο σχετικά με το ρεμπέτικο είναι του Γ. Σταύρου και δημοσιεύεται στις 27-11-1946 στην Ελεύθερη Ελλάδα. Το κείμενο χαρακτηρίζει το ρεμπέτικο ως υποκινούμενο και το κατατάσει στην υπηρεσία των αντιδραστικών πολιτικών δυνάμεων, κυρίως λόγω της ψυχοτρόπας θεματολογίας του. «Γιατί ο ύμνος της «μαύρης», του «τουμπεκί» και των άλλων… αποικιακών προϊόντων, γίνεται ανοικτά και μερακλίδικα με όλη την ελευθερία του δυτικού τύπου».[4] «Ωστόσο, όπως δεν λυγίζουν το λαό τα διάφορα «μέτρα τάξεως», οι εκτοπισμοί, οι εκτελέσεις […] η νόμιμη και… παράνομη εισαγωγή του χασίς- έτσι δεν καταφέρνουν να τον εμποτίσουν με τη μουσική του τεκέ τα ρεμπέτικα τραγούδια και να τον θέσουν εκτός μάχης».[5]

Στη συνέχεια, σε δύο άρθρα του Ριζοσπάστη(15-12-1946/ 15-8-1947), η επίθεση εναντίον του χασίς και των χασικλίδικων συνεχίζεται. Στο πρώτο, ο Δ. Μύστης ισχυρίζεται ότι οι τοξικομανείς δημιουργούνται βάσει σχεδίου για την εξόντωση του λαού. Και στο δεύτερο ο Λ.Σ. κατονομάζει τους ύμνους του χασίς «Όταν καπνίσει ο λουλάς» και το «Πρωί πρωί με τη δροσούλα» που έχουν κατακλύσει ταβέρνες και πλατείες.[6]

Το κείμενο του Νίκου Παγκαλή στην Αυγή (14-2-1953) τάσσεται κατά του ρεμπέτικου τραγουδιού, γιατί, σε αντίθεση με το λαϊκό τραγούδι, είναι «μακριά από την κοινωνική διαπάλη» και το «φως της ζωής». Σύμφωνα με τον αρθογράφο, το ρεμπέτικο δεν γίνεται να εκφράζει τον λαό γιατί τα τραγούδια που υμνούν το χασίς και το μαυραγορίτη δεν έχουν καμία σχέση με την κοινωνική πάλη. «Από τα γεννησιμιά του το «Ρεμπέτικο» διαδίδει υμνώντας το χασίς, το λουλά, το κομπολογάκι, την ταμπακιέρα […]Είναι λοιπόν αυτό το «λαϊκό τραγούδι», όπως θέλουν να το αποκαλούν, που συνεχίζει την παράδοση και εκφράζει τους λαϊκούς πόθους;».[7]

Από τους εκφραστές του αριστερού λόγου που τάσσεται φιλικά προς το ρεμπέτικο, χωρίς όμως να είναι και υπέρ των χασικλίδικων, ξεχωρίζει ο Ανωγειανάκης ο οποίος (Ριζοσπάστης 28-1-1947) αναφέρει σχετικά με τα χασικλίδικα: «Ασφαλώς είμαστε και μεις σύμφωνοι πως μια τέτοια μουσική και ποίηση δε μπορεί να μας ενδιαφέρει. Κι’ ακόμα συμφωνούμε για την κακή της επίδραση, που την καταδικάζουμε».[8]

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο περιοδικό Δρόμοι της Ειρήνης, (Οκτώβριος 1960), τάσσεται κατά των χασικλίδικων, υποβαθμίζοντάς τα κατά πολύ στον αριθμό τους.[9] Και στη συνέχεια στο περιοδικό Πρώτο «διευκρινίζει ότι στο ‘‘αληθινό λαϊκό τραγούδι”, όπως το αντιλαμβάνεται δεν έχουν θέση τραγούδια του τύπου Όταν καπνίσει ο λουλάς».[10]

Ο Γιάννης Σκουριώτης (μαρξιστής δια­νοητής και μεταφραστής του Κεφαλαίου του Μαρξ) υποστηρίζει ότι τα χασικλίδικα πρέπει να περιορίζονται στις ταβέρνες και όχι στην οικογένεια. «(…) δεν ταιριάζει να ακούγονται σε τίμια σπίτια τα τραγούδια των ‘’χασικλήδων’’ και των ‘‘πρεζάκηδων’’».[11]

Ο Κώστας Μαραβέας (Ιούνιος 1970), θεωρεί λογική την ύπαρξη τραγουδιών με θέμα τις ψυχοτρόπες ουσίες, αφού η εξαθλίωση επηρέασε και το τραγούδι που περιγράφει το κοινωνικό γίγνεσθαι: «Το βάσανο της προσφυγιάς οδηγούσε σε μια φυγή και το χασίς σ’ ένα σκοπό. Ήταν δυνατό μέσα σε τέτοιες άθλιες συνθήκες (δεν θα κάνω ιστορία) να μείνει ανεπηρέαστο το λαϊκό τραγούδι; Δεν νομίζω! (…) Όταν τραγουδάει μια κατάσταση περιγράφοντάς τη δεν νομίζω πως την υμνεί συγχρόνως».[12] Στην συνέχεια κάνει μια αυτοκριτική του αριστερού χώρου για την πολεμική που άσκησε ενάντια στο ρεμπέτικο. Ο Μαραβέας παρ’ όλες τις ενδιαφέρουσες απόψεις του, στο κλείσιμο του κειμένου αναφέρει ότι τα κομμάτια αυτά δεν πρέπει να τραγουδιούνται και απλώς αναφέρει ότι είναι ένας κρίκος στην ιστορία του λαϊκού τραγουδιού. Άρα ακόμα και εδώ παρατηρείται ότι ο επικριτικός λόγος υπάρχει αλλά σε άλλη μορφή.

Το μοναδικό κείμενο που τελικά μοιάζει να διαφοροποιείται συνολικά στους κόλπους της αριστεράς, είναι του Πάνου Τζαβέλλα και δημοσιεύεται στο ίδιο περιοδικό τον Ιούλιο του 1970. Ο Τζαβέλλας κατακρίνει το χώρο ότι χειραγωγεί την τέχνη και μεταθέτει το ερώτημα «εάν τα χασικλίδικα συνέβαλλαν στην ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος», στον προβληματισμό σχετικά με το αν βοήθησαν το λαϊκό κίνημα τραγούδια όπως η Ιτιά, είδη τραγουδιού και μουσικής όπως το Μανιάτικο μοιρολόι, η Βυζαντινή μουσική και καλλιτεχνήματα όπως ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Αφροδίτη της Μήλου κλπ. «Δεν πρέπει να απλοποιούμε τα πράγματα και να κάνουμε με το ζόρι την τέχνη υπηρέτρια και προπαγανδιστή των άμεσων πολιτικών επιδιώξεών μας. (…) Είναι απλοϊκή η ερώτηση, εάν τα χασικλίδικα συμβάλανε στην ανάπτυξη του κινήματος, όταν ο λαός έκανε αγώνες για δημοκρατία και ελευθερία, γιατί θα πρέπει να ρωτήσουμε αν προς την ίδια κατεύθυνση βοήθησαν η Ιτιά, ο Ερμής του Πραξιτέλους (…). Αν αδιαφορήσαμε για την καλλιτεχνική ποιότητα αυτών των έργων και κρίνουμε την καλλιτεχνική τους αξία μόνο απ’ τα βραχυπρόθεσμα πολιτικά οφέλη και την εξυπηρέτηση της πολιτικής μας γραφής, σημαίνει ότι κακοποιούμε την τέχνη, διαστρέφουμε το νόημά της (…)».[13] Συνεχίζοντας, ο Τζαβέλλας τοποθετείται σε σχέση με το ρόλο αυτών των τραγουδιών. «Δεν καλούν τον κόσμο στον τεκέ. Εκφράζουν καλλιτεχνικά μια κοινωνική πραγματικότητα. Είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία κι ένα ντοκουμέντο μιας εποχής».[14]

Είναι ενδιαφέρον να αναζητήσει κάποιος τους λόγους της λεγόμενης αναβίωσης του ρεμπέτικου, από την μεταπολίτευση και μετά, από τους κόλπους της αριστεράς. Η μεταπολίτευση χαρακτηρίζεται από έντονες και εξαιρετικά βίαιες συγκρούσεις νεολαίων με τις δυνάμεις της αστυνομίας. Ο αντιελιτισμός της εποχής δεν πέρασε απαρατήρητος από την αριστερά ανακαλύπτοντας και προβάλλοντας μια απωθημένη μορφή κουλτούρας του παρελθόντος. Το ρεμπέτικο επανανοηματοδοτήθηκε. Σε αυτό το γεγονός, έπαιξε καθοριστικό ρόλο και η φυλάκιση του Ηλία Πετρόπουλου από την χούντα, εξαιτίας της έκδοσης του βιβλίου «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, η φυλακή ήταν ευκαιρία γι’ αυτόν, ώστε να βρεθεί και να καταγράψει τους αγαπημένους του μάγκες, νταήδες και να τους γνωρίσει από κοντά. Συγχρόνως, όμως, έδωσε ένα τόνο αμφισβήτησης με σύμβολο το ρεμπέτικο. Την περίοδο αυτή αναζητούνται οι βετεράνοι ρεμπέτες, εκδίδονται πολλές βιογραφίες (κάποιες αμφιβόλου ποιότητας) και οργανώνονται συναυλίες. Όλα αυτά είχαν μεγάλη απήχηση σε πολλές νεολαιίστικες ομάδες και φοιτητές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και τότε, υπάρχουν πολλοί αριστεροί που τάσσονται κατά του ρεμπέτικου γιατί η μαζικοποίηση του «εξυπηρετεί την αστική τάξη».[15]

Ο μύθος

Κλείνοντας ας διευκρινιστεί ότι η πλήρης συσχέτιση του ρεμπέτικου τραγουδιού με τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι άτοπη. Ενδεικτικά, αξίζει να αναφέρουμε, ότι από το σύνολο 1400 κομματιών που βρίσκονται στην ανθολογία ρεμπέτικων τραγουδιών του Πετρόπουλου, μόνο 106 χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Πετρόπουλος ως χασικλίδικα και από αυτά μόνο τα 67 έχουν περάσει στην δισκογραφία. Το ίδιο ισχύει και στην ανθολογία του Παναγιώτη Κουνάδη, όπου σε σύνολο 623 τραγουδιών, τα 235 έχουν αναφορές σε ψυχοτρόπες ουσίες. Έτσι, εύκολα διαπιστώνεται, ότι ο αριθμός εν τέλει είναι πολύ λίγος σε αναλογία με τα υπόλοιπα κομμάτια.

Επίσης, ένα άλλο γεγονός είναι ότι οι καλλιτέχνες που δεν είχαν άμεση σχέση με την χρήση ψυχοτρόπων ουσιών και διοχέτευσαν στην αγορά τραγούδια με ψυχοτρόπα θεματολογία, ήταν σαφώς περισσότεροι από αυτούς που είχαν άμεση σχέση με ψυχοτρόπες ουσίες και ιδιαίτερα με το χασίς. Σε αυτό το γεγονός έπαιξε μεγάλο ρόλο η δισκογραφία. Ένας δημιουργός του ρεμπέτικου, ο Κώστας Ρούκουνας αναφέρει σχετικά: «Και τόνε βλέπω ένα απόγευμα τον Μάρκο με μια τραγιάσκα, ένα ζωνάρι και παραμάσχαλα το μπουζούκι του και μπαίνει μέσα (…) και τότες τον ρωτήξανε τι πραγματάκια έχεις; Και τους είπε πολλά όμορφα. Αυτοί όμως διάλεξαν το χασικλίδικο».[16] Επίσης και ο Δημήτρης Γκόγκος (Μπαγιαντέρας), σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, αναδεικνύει τον ρόλο των δισκογραφικών εταιρειών: « – Γιατί γράφατε για τεκέδες; Ήταν της μόδας; – Ήτανε η εποχή τέτοια. Που έπρεπε… Ήτανε πολύς κόσμος, ρεμπετόκοσμος, που τραβιότανε μ’ αυτό κι έπρεπε να πιαστούμε πάνω σ’ αυτούς. Αυτοί να μας αναδείξουνε. Γιατί αυτοί γυρεύανε τα τραγούδια μας κι αυτοί θα γυρεύανε από τις εταιρίες και κάτω από τα πρατήρια κανά δίσκο ντερβίσικο».[17] Η μαρτυρία της Αγγέλας Παπάζογλου, γυναίκας του δημιουργού Βαγγέλη Παπάζογλου, αναφέρει, επίσης, για το θέμα: «Και οι εταιρίες περνούσανε μόνο τα χασικλίδικα σε δίσκους. Πώς να παλέψεις;…»[18] Ένα άλλο στοιχείο που ενισχύει αυτή την άποψη, είναι ότι πολλοί καλλιτέχνες που δεν έκαναν χρήση χασίς διατέλεσαν διοικητικά-καλλιτεχνικά στελέχη διαφόρων δισκογραφικών εταιριών γράφοντας, παρ’ όλα αυτά, πολλά χασικλίδικα κομμάτια (Τούντας, Σκαρβέλης, Δραγάτσης, Περιστέρης).

Από τα παραπάνω φαίνεται, λοιπόν, ότι η στερεότυπη ταύτιση του ρεμπέτικου με ψυχοτρόπες ουσίες δεν είναι τόσο στιβαρή και συντελέστηκε κυρίως από τις διώξεις αριστερών, δεξιών, χούντας και Μεταξά για πολιτικά ωφέλη και μετέπειτα από την δισκογραφία.

Το ρεμπέτικο ποτέ δεν υπήρξε επαναστατικό τραγούδι με την στενή χρωματισμένη έννοια του όρου επανάσταση. Φύτρωσε σαν ζιζάνιο στην ρωγμή του «τσιμέντου» που έπεφτε βίαια και μεθοδικά από τα μέσα του 19ου αιώνα και ύστερα στον ελλαδικό χώρο. Πολλοί θέλησαν να το ξεριζώσουν, αλλά το ζιζάνιο δεν έχει συγκεκριμένο χώρο, δεν μένει σε ένα σημείο, θα βγαίνει στο φως ανοίγοντας δρόμο στα τσιμέντα. Πως θα ξεριζώσεις κάτι όταν δεν ανήκει πουθενά; Οι ίδιοι διώκτες του, από την μεταπολίτευση και μετά το ξαναθυμήθηκαν προσπαθώντας να το κάνουν δικό τους. Προσπάθησαν να του δώσουν χώρο και χρώμα. Οργάνωσαν συναυλίες, τίμησαν τους ζωντανούς ρεμπέτες απαγγέλλοντας ωραία λόγια. Τους είπαν ότι το τραγούδι τους είναι της εργατικής τάξης και ότι είχαν εργατική συνείδηση. Τους τοποθέτησαν ψηλά, λουσμένους από φώτα και εκείνοι ήταν εκεί, γέροι και κουρασμένοι, τους κοιτούσαν με την ίδια αμηχανία, όπως τους κοιτούσαν και άλλοτε… ζούλα από τον έναν ζούλα από τον άλλον.

Ελευθερόκοκκος

Βιβλιογραφία:

Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία (επιμ. Αγγελική Βέλλου-Κάιλ), εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα 1978.
Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2004.
Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959), εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2006.
Γκαίηλ Χολστ, Ο Δρόμος για το Ρεμπέτικο, εκδ. Ντένιζ Χάρβευ, Λίμνη Ευβοίας 1995, (Α΄ έκδοση 1977).
Δαμιανάκος Στάθης, Κοινωνιολογία του Ρεμπέτικου, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα 2001.
Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνησιν Στιγμών Ελκυστικών, Β΄ τόμος, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2003.
Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2004.
Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαΐρια μας εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, (επιμ. Γιώργης Παπάζογλου), εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003.
Πετρόπουλος Ηλίας, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1991.
Σχορέλης Τάσος, Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Τάσος Σχορέλης- Μίμης Οικονομίδης, Αθήνα 1974.
Gauntlett Στάθης, Ρεμπέτικο Τραγούδι, Συμβολή στην Επιστημονική του Προσέγγιση, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2001.

[1] Βαμβακάρης Μάρκος, Αυτοβιογραφία, σελ 208-209.
[2] Όπ. Σελ 206.
[3] Κουνάδης Παναγιώτης, στο βιβλίο του «Τα ρεμπέτικα» τεύχος πρώτο.
[4] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 109.
[5] ό.π, σελ. 110.
[6] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 70-71.
[7] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 182-183.
[8] Γκαίηλ Χολστ, Δρόμος για το Ρεμπέτικο, σελ. 140.
[9] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, σελ. 96.
[10] ό.π, σελ. 97.
[11] Βλησίδης Κώστας, Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο, σελ. 237.
[12] Κουνάδης Παναγιώτης, Εις Ανάμνηση Στιγμών Ελκυστικών, Τόμος Β’, σελ 501.
[13] ό.π, σελ 504.
[14] ό.π, σελ 506.
[15] Βλησίδης Κώστας, Όψεις του Ρεμπέτικου, βλέπε κεφάλαιο: Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο.
[16] Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Ένας Ρεμπέτης: Κώστας Ρούκουνας «Σαμιωτάκι», διανομή: αποκλειστικότης Σχορέλης Τάσος – Οικονομίδης Μίμης, Αθήνα 1974, σελ. 30.
[17] Παπαδόπουλος Λευτέρης, Να Συλληφθεί το Ντουμάνι, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999, σελ. 125.
[18] Παπάζογλου Αγγέλα, Τα Χαίρια μας Εδώ: Ονείρατα της Άκαυτης και της Καμμένης Σμύρνης, εκδ. Ταμείου Θράκης, Ξάνθη 2003, σελ. 50.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 157, Φεβρουάριος 2016

Πηγή: Anarchy Press

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Κώστας Μπέζος (1905- 1943)


Μεσοπόλεμος, μεταξύ 30'- 40' μια παρέα νέων συνηθίζει να ακούει δίσκους γραμμοφώνου στο Ζάππειο. Η μουσική που ακούγεται από το γραμμόφωνο δεν μοιάζει με καμία άλλη γνωστή εκείνης της περιόδου. Πολλοί περαστικοί σταματάνε να ακούσουν αυτό τον περίεργο ήχο, κάποιοι ρωτάνε τι είναι, άλλοι κοντοστέκονται και ακούν από μακριά.
Ο ήχος ερχόταν από την μακρινή και εξωτική Χονολουλού. Είχε ταξιδέψει δύο ωκεανούς μέχρι αυτοί οι νέοι να τον αιχμαλωτίσουν στα χέρια τους και να τον απελευθερώσουν στο Ζάππειο, εμπλουτίζοντας το ηχοτοπίο του χώρου με κάτι νέο και εξωτικό. Εποχές που η πληροφορία μαζεύονταν με κόπο και με μεγάλη δυσκολία και απορροφούνταν ως το μεδούλι. Φανταστείτε λοιπόν με τη χαρά και προσοχή αυτοί οι νέοι άκουγαν κάτι που ήξεραν ότι ήρθε στα χέρια τους από πολύ μακριά και ίσως με μεγάλη δυσκολία. Εδώ είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι όλη αυτή η καλλιτεχνική και πνευματική μαγιά που υπήρχε μεταξύ του 20' έως το 40' σταμάτησε βίαια με τον πόλεμο και την κατοχή, περιορίζοντας έτσι την δυναμική που είχε αναπτυχθεί μέχρι τότε.
Η εν λόγω παρέα απαρτίζονταν από φίλους του μουσικού Κώστα Μπέζου, πολλοί από τους οποίους και μέλη του συγκροτήματος με χαβάγιες Άσπρα Πουλιά. Το ρεπερτόριο του συγκροτήματος, εν μέσω μεσοπολέμου, ήταν ελαφρό και Χαβανέζικο με ελληνικό στίχο! Ορίστε ένα δείγμα:


Μάλιστα ο προαναφερόμενος ήχος έχει και ονοματεπώνυμο: Kalama's Quartet. Το συγκεκριμένο συγκρότημα από την μακρινή Χαβάη, είχε επηρεάσει τα Άσπρα Πουλιά όπου προσπαθούσαν μέσω της ακρόασης του να εμπνευστούν για κάτι δικό τους. Ορίστε και ένα δείγμα από τους Kalama's Quartet το 1927:

Μέχρι εδώ όλα καλά. Η συνέχεια της εξιστόρησης έχει και Ρεμπέτικο. Η αμερικάνικη εταιρεία δίσκων γραμμοφώνου Victor Records το 1931 αναθέτει στον μουσικό ελαφράς μουσικής Τέτο Δημητριάδη να κάνει μια σειρά ηχογραφήσεων με Έλληνες καλλιτέχνες. Τα Άσπρα Πουλιά ηχογραφούν κάποια τραγούδια ελαφράς μουσικής με τραγουδιστή τον Τέτο Δημητριάδη και ο Κώστας Μπέζος συνθέτει και ηχογραφεί, με το ψευδώνυμο Α. Κωστής, 12 ρεμπέτικα τραγούδια. Από το ύφος των τραγουδιών φαίνεται πως ο Μπέζος είχε επαφές με κόσμο που σύνθετε, έπαιζε και άκουγε τα λεγόμενα ρεμπέτικα. Οι συνθέσεις του 25 χρονου τότε, Μπέζου φαίνεται να είναι βγαλμένες μέσα από τα σπλάχνα του κόσμου του ρεμπέτικου. Ο ίδιος δανείζεται στοιχεία από πολλά τραγούδια (μουρμούρικα, αδέσποτα και συνθετών του ρεμπέτικου) που ακούγονταν από εδώ και εκεί και συνθέτει εξαιρετικής ποιότητας ρεμπέτικα. Η ταυτοποίηση του Μπέζου με το ψευδώνυμο Α. Κωστής έγινε απο τον ερευνητή Παναγιώτη Κουνάδη όπου στις καρτέλες τις εταιρείας δίπλα από το ψευδώνυμο αναφέρεται και το πραγματικό όνομα του καλλιτέχνη.
Οι μουσικές γνώσεις και η ποιότητα του Μπέζου αλλά και οι επιρροές του από το ελαφρό τραγούδι- που είναι η κύρια μουσική που παίζει και συνθέτει- δεν γίνεται να μην αφήσουν το αποτύπωμα τους στα ρεμπέτικα του κομμάτια (μουσικά και στιχουργικά). Κάποιοι στίχοι, λέξεις και μουσικά γυρίσματα, που σε ανώνυμα ρεμπέτικα κομμάτια δεν ήταν δυνατόν να υπήρχαν, είναι ουσιαστικά η μουσική υπογραφή του Μπέζου.









Εκτός από πολύπλευρος μουσικός, ο Μπέζος ήταν και πολύπλευρος άνθρωπος. Δούλευε ως δημοσιογράφος και σκιτσογράφος στην εφημερίδα Πρωία, είχε σπουδές στην Καλών Τεχνών που τις άφησε, ηθοποιός και επίσης μέλος της Μάντρας του Αττίκ και συνεργάτης του. Επίσης είχε συνεργαστεί και με την Δανάη Στρατηγοπούλου, όπου η ίδια στην αυτοβιογραφία της τον βρίσκει...σέξυ.

 Ο Α. Κωστής των ρεμπέτικων τραγουδιών δεν ήταν περιθωριακός, ήταν πραγματικά μια μεσοαστική φυσιογνωμία. Το ψευδώνυμο ίσως να το χρησιμοποίησε για να περάσει απαρατήρητος, ανάμεσα σε κόσμο του κύκλου του που δεν συμπαθούσε το ρεμπέτικο. Τις αντιδράσεις των ρεμπετών για αυτά τα τραγούδια δυστυχώς δεν τις γνωρίζουμε.Ο θάνατος του Κώστα Μπέζου προήλθε από φυματίωση το 1943. Πέθανε 37 χρονών. Υπάρχει ένας χαιρετισμός, ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που μιλάει για τον Μπέζο και δημοσιεύτηκε στην Πρωία το Σάββατο 16 Ιανουαρίου 1943:

Κώστας Μπέζος

Μιαν εξαιρετική φυσιογνωμία έχασε ο καλλιτεχνικός κόσμος της Αθήνας κ’ έναν πολύτιμο συνεργάτη η «Πρωία», τον Κώστα Μπέζο. Νέος ακόμα νικήθηκε από την ύπουλη αρρώστεια, που τον έφθειρε χρόνια και τώρα τελευταία τον έρριξε χάμου, για να μη σηκωθεί πια.


Ο Μπέζος ήτανε πολύπλευρη καλλιτεχνική φύση. Σκιτσογράφος, ποιητής, συνθέτης, κιθαριστής, τραγουδιστής, ηθοποιός, επιθεωρησεογράφος, πεζογράφος. Και σ’ όλ’ αυτά είχε λεπτό γούστο και πνεύμα και στα περισσότερα αναγνωρισμένο τάλαντο. Αλλά κυρίως ήταν ένας από τους πιο γνήσιους τύπους της μποέμικης ζωής. Ξενύχτης αδιόρθωτος, γλεντζές, καλόκαρδος –ένα μεγάλο παιδί, που δεν ήξερε τι θα πει «αύριο». Κι ήταν αγαπητός απ’ όλους και περιζήτητος στις παρέες. Και για το πλήθος των ταλάντων του και για την ευθυμία του και για τα γουστόζικα ανέκδοτά του, που ήξερε να τα διηγιέται με μοναδικό μπρίο. 

Ως γελοιογράφος των εφημερίδων δεν είχε το ταίρι του. Το χιούμορ του ήτανε πάρα πολύ φίνο κι η γραμμή του σίγουρη. Χαριτωμένος και πνευματώδης κι ανεξάντλητος. Κι όμως πόσο βαριότανε τη δουλειά! Όταν ερχότανε τα βράδια στα γραφεία της «Πρωίας» για να φκιάσει το καθημερινό του σκίτσο, ήτανε άθυμος σα να τον είχανε καταδικάσει σε καταναγκαστικά έργα.

– Τι να φκιάσω; έλεγε, το κεφάλι μου είναι άδειο.

– Κάτσε και πάρε χαρτί και πένα. Κάτι θα βγει.

Και πραγματικά, σε λίγη ώρα το σκίτσο ήτανε έτοιμο, φρέσκο και σπαρταριστό κι απορούσες πούθε βγήκε όλο αυτό το κέφι. Κ’ έπειτα, άμα έπαιρνε την «αντιμισθία», έτρεχε να την χαλάσει. Λες και τα λεφτά τού καίγανε τις φούχτες.

Είχε μια καταπληκτική ευκολία να εφευρίσκει κωμικές σκηνές και να γράφει σατιρικούς στίχους. Αλλά σχεδόν ποτέ του δεν είχε την υπομονή να τελειώσει ένα έργο. Αφού το έφκιανε όλο μες στο κεφάλι του και προχωρούσε αρκετά στην πραγματοποίηση, ξαφνικά τα παρατούσε όλα. Τον έπαιρνε το ρέμα της μποεμικής ανεμελιάς –ναυάγιο της νύχτας και της ημέρας.

Ως κιθαριστής ήτανε μαέστρος κι ως τραγουδιστής περίφημος για τη λεπτή του τέχνη και το αληθινό αίσθημα. Πόσες φορές πηγαίναμε να τον βρούμε σε διάφορα κέντρα, όπου καταντούσε να διασκεδάζει το κοινό. Κάπου – κάπου τα μάζευε κι έφευγε με μερικούς άλλους συντρόφους για καλλιτεχνική περιοδεία στην Αίγυπτο και στην Πόλη. Ξαναγύριζε μετά καιρό στα παλιά του λημέρια και στις παλιές του συνήθειες με κέφι και παράδες. Και σε λίγο έτρωγε τους κόπους του και ξαναγινότανε σκιτσογράφος. Αυτήν τη δουλειά τη θεωρούσε ρουτινιέρικη. Κι αν μπορούσε, θα πλήρωνε όσα είχε για να την αποφύγει!

Αυτή η μποέμικη αταξία της ζωής του τον έφαγε. Διαρκώς αδυνάτιζε. Έβηχε. Και πριν από ένα χρόνο και πλέον τόνε δέχτηκε η «Σωτηρία». Οι φίλοι, που τον αγαπούσαν, κι οι γνωστοί, που τον εχτιμούσαν, λυπηθήκανε πολύ. Γιατί η κατάστασή του δε σήκωνε διόρθωση. Έφυγε κι από κει , γιατί η μοίρα του το είχε να μη ριζώνει πουθενά. Πήγε στην Αγία Παρασκευή. Εκεί σ’ ένα δωμάτιο ακατάστατο και υγρό έρεβε τελειωτικά και καμιά βοήθεια δεν μπορούσε πια να τον σώσει. Ο γιατρός τελευταία, αφού απελπίστηκε, του κατάργησε κάθε δίαιτα και του επέτρεψε να τρώγει ό,τι ήθελε. Γιατί να τον βασανίζει άδικα;

– Γιατρέ, του είπε μπροστά σε κάτι φίλους, που πήγανε να τον ιδούνε, σου χρωστώ μεγάλη χάρη για όσα μου έκανες. Αλλά σε παρακαλώ να μη μου αρνηθείς μια τελευταία χάρη.

– Ποιαν;

– Δώσε μου ένα φάρμακο να πεθάνω απόψε. Γιατί να βασανίζομαι άδικα;

– Δεν ντρέπεσαι; του απάντησε ο γιατρός. Θα γίνης καλά την άνοιξη.

Και πραγματικά μέσα σε μια βδομάδα έγινε απολύτως καλά. Πέθανε.

Μια ζωή, ένα παραμύθι, ένας τάφος. Τι άδικα που χάθηκε μια εξαιρετική καλλιτεχνική ψυχή, ένας θαυμάσιος άνθρωπος – ο τελευταίος της γενεάς των βοημών!

Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ



υγ: Κάποια από τα σκίτσα του:

05/08/1938 Πρωία


08/02/1941 Πρωία

14/04/1938 Πρωία

20/08/1938 Πρωία



Περισσότερα για τον Α. Κωστή ή Κώστα Μπέζο:

Τα σκίτσα και το χρονογράφημα του Βάρναλη είναι από:



Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Η Βίκυ....και οι νέοι δρόμοι της ανάπτυξης


Στην παλαιά εθνική Καλαμάτας- Τρίπολης υπάρχουν εγκαταλελειμμένα μαγαζιά που κάποτε εξυπηρετούσαν τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Χώροι ξεδοντιασμένοι, μάρτυρες μιας άλλης εποχής όχι τόσο μακρινής, σημεία αναφοράς για τα γύρω χωριά που πολλές φορές χρησίμευαν ως τόπος συνάθροισης για τους κατοίκους. Ταβερνεία, παντοπωλεία, mini market, ψιλικατζίδικα, μπαρ και πέριξ του δρόμου αυτοσχέδιες καλύβες που πουλούσαν αγροτικά προϊόντα. Εποχές όπου το ταξίδι προϋπόθετε μια στάση σε αυτούς τους χώρους, κρατώντας ένα σημείο αναφοράς για τα μελλοντικά ταξίδια και μια επαφή με τους ανθρώπους που τους διαχειρίζονταν. Σήμερα στους γρήγορους αυτοκινητόδρομους η στάση γίνεται σε απρόσωπα κονσερβοποιημένα μαγαζιά αλυσίδες και σε χημικές τουαλέτες. Η συνήθης επικοινωνία μεταξύ υπαλλήλων και πελάτη περιορίζεται στην ερώτηση για το είδος καφέ (brazilian ή arabica;).

Σε ένα χωριό λοιπόν, όπου κάποτε περνούσε ο δρόμος, μέχρι να φτιαχτεί ο γρήγορος αυτοκινητόδρομος, υπήρχε και ένα συμπαθές "πολυμορφικό" μαγαζί, που άλλαζε χαρακτήρα ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Εκεί δούλευε η Βίκυ, μια ελληνοκαναδή κοπέλα που για άγνωστο λόγο η ζωή την έφερε σε αυτό το χωριό. Η Βίκυ εξυπηρετούσε τους ντόπιους θαμώνες, τους διερχόμενους φορτηγατζήδες και τους ταξιδιώτες που έκαναν στάση για φαγητό, καφέ, ποτό και κατούρημα. Το ίδιο το μαγαζί τη νύχτα μεταμορφωνόταν σε μπαρ με χαμηλό φωτισμό. Οι ξαναμένοι ντόπιοι, φορτηγατζήδες και ταξιδιώτες έβρισκαν θαλπωρή στο μαγαζί που δούλευε η Βίκυ. Λίγα μέτρα από την πίσω αυλή του μαγαζιού υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι, όπου οι μυημένοι έβρισκαν επί πληρωμή θαλπωρή στην αγκαλιά των κοπελιών που δούλευαν εκεί. Δεν γνωρίζω εάν η Βίκυ έκανε ή την ανάγκαζαν να κάνει αυτή την δουλειά.

Μεθυσμένα φλερτ, συνήθως άγαρμπα μεταξύ σουβλακιών, ποτών, μακαρονάδων και λαϊκόποπ μουσικής. Αλισβερίσι άλλων εποχών, άλλων ταχυτήτων.  Κάπου τον Αύγουστο του 2007, η Βίκυ εμφανίσθηκε με ένα βουλωμένο μελανιασμένο μάτι. Οι μπάτσοι της περιοχής την είχαν κατηγορήσει για κάποιες φωτιές. Ήταν ο Αύγουστος όπου όλη η Πελοπόννησος είχε πάρει φωτιά. Η Βίκυ προσήχθη στο τμήμα και εκεί ξυλοκοπήθηκε από τους μπάτσους. Βέβαια η Βίκυ καμία σχέση με αυτές τις φωτιές δεν είχε. Η ίδια άναβε φωτιές, αλλά στο μαγαζί που δούλευε. Γι' αυτό και ξυλοκοπήθηκε από τους μπάτσους, για τις φωτιές που τους άναψε και για τα θελήματα που δεν τους έκανε. Έτσι με τον τρόπο αυτό οι μπάτσοι ισορρόπησαν την σεξουαλική τους ανωμαλία, στο σώμα της Βίκης. Μετά από αυτό η Βίκυ ήθελε να εξαφανισθεί από το χωριό.

Τα χρόνια πέρασαν και η περιοχή εκσυγχρονίστηκε, η ανάπτυξη ακούμπησε το χωριό και το μπαρ- σουβλατζίδικο- εστιατόριο. Η κατασκευή του μεγάλου αυτοκινητόδρομου γιορτάστηκε από όλους με χαρά, μα το χωριό μαράζωσε. Οι οδηγοί έγιναν γρήγοροι, οι φορτηγατζήδες πρέπει γρήγορα να παραδώσουν το εμπόρευμα και το μπαρ ξεχάστηκε, μαζί με το χωριό. Με τον καιρό η Βίκυ έψαξε να βρει αλλού να ζήσει, το μπαρ έκλεισε και το σπιτάκι νοικιάστηκε.

Ανάπτυξη, ταχύτητα, εκσυγχρονισμός. Όλοι πλέον οφείλουμε να κινούμαστε γρήγορα. Οτιδήποτε αργό θεωρείται απαρχαιωμένο, χωρίς καμία δυνατότητα εξέλιξης, έξω από αυτή την εποχή, μη ανταγωνιστικό και μη εμπορεύσιμο. Οποιοσδήποτε που για κάποιο λόγο κινείται αργά, δεν αναπτύσσεται και δεν εκσυγχρονίζεται.

 Γρήγορο ίντερνετ, γρήγορο ανέβασμα (upload), γρήγορο κατέβασμα  (download), γρήγοροι δρόμοι. Να φτάσεις γρήγορα στην δουλειά και να δουλεύεις γρήγορα, να πιεις καφέδες, ισοτονικά και βιταμίνες ώστε να κινείσαι γρήγορα και να σκέφτεσαι γρήγορα, γιατί ο χρόνος είναι χρήμα, γρήγορος χρόνος πολύ χρήμα, μα μην γελιέσαι, αυτό το τελευταίο - για τα χρήματα- ισχύει για άλλους όχι για σένα, εσύ το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να κινείσαι γρήγορα. Εσύ θα ζεις γρήγορα αλλά το χρήμα δεν θα φτάνει ποτέ σε σένα, δεν θα είναι ποτέ ανάλογο του τρεξίματος σου. Και έτσι θα συνεχίσεις να το επιθυμείς και θα οφείλεις την ευτυχία που δεν έρχεται σ' αυτό.

Μην γελιόμαστε, εμείς θα συνεχίσουμε να ζούμε με τις αντιφάσεις μας. Θα κινούμαστε γρήγορα, θα συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε γρήγορο ίντερνετ και γρήγορους δρόμους, θα είμαστε αποδοτικοί και γρήγοροι για τα αφεντικά, θα νομίζουμε ότι απολαμβάνουμε τους κόπους μας, μα η ζωή μας θα παραμένει αργή, σχεδόν στάσιμη, χωρίς κανένα περιθώριο ανάπτυξης με θολό ορίζοντα. Θα κυλάει μέρα με την μέρα, ο προγραμματισμός θα γίνεται μέρα με την μέρα, αλλά θα συνεχίζουμε να χαιρόμαστε ότι μπορούμε να σερφάρουμε διαδικτυακά γρήγορα, να ταξιδεύουμε γρήγορα, να είμαστε αποδοτικοί και γρήγοροι στις δουλειές μας, να νιώθουμε την ανάπτυξη, να χαιρόμαστε με νέα πολεοδομικά έργα, με νέους δρόμους, και να επιθυμούμε τα χρήματα που μας αξίζουν και δεν μας έρχονται, τα χρήματα που θα μας δώσουν την ευτυχία. Ζούμε γρήγορα, αλλά οι ζωές μας είναι στάσιμες και όλο αυτό επειδή ζούμε γρήγορα, σαν το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του, αέναη μη κίνηση.

Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια (μέρος 8)

Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια

Ο χειμώνας δεν μου αφήνει και πολλά περιθώρια. Οι κουρτίνες έχουν σκεπάσει ερμητικά τα παράθυρα των ανθρώπων και έτσι, όσο και να ψάχνω δεν μπορώ ακόμα να σε βρω.Μου μείναν οι σκέψεις και  η φαντασία. Κλείνω τα μάτια και αυτά μου ψιθυρίζουν πως τους έλειψες. Πάει καιρός που εγκατέλειψες εκείνο το μικρό διαμέρισμα και τώρα πια κάποιος άλλος μένει εκεί, χωρίς ενδιαφέρον.
Τα μάτια μου όμως γυρνούν εκεί, σε έναν παλιότερο χειμώνα, έχουν αποθηκεύσει την εικόνα από τα γυμνά  καλοσχηματισμένα πέλματα σου καθώς πατάνε γυμνά και προκλητικά, στο δάπεδο του σπιτιού σου. Τόσο ήταν η αίσθηση του ζεστού σου πέλματος, που φανταζόμουν το αποτύπωμα της πατούσας σου να έμενε για ένα δευτερόλεπτο στο κρύο δάπεδο.
 Πρώτα η φτέρνα και μετά ακολουθεί όλο το πέλμα και τελευταία τα δάχτυλα. Κυματισμός που με υπνωτίζει ηδονικά και που με κάνει να σε θέλω περισσότερο.
Να θέλω να περάσω με το δάχτυλό μου την καμάρα του πέλματος σου. Να ακολουθήσω την πορεία της καμπύλης σου.
Να νιώσω πόσο απαλό είναι εκείνο το σημείο και οι ζάρες του δέρματός σου να με οδηγήσουν στην μέθη.
Και μέσα στην λάγνα λαιμαργία μου να μην μείνω εκεί, αλλά να θελήσω να σε δοκιμάσω. Να νιώσω την γεύση σου και τις απαλές συχνότητες από το σώμα σου που περνάνε απαρατήρητες.
Σκέφτομαι την γλώσσα μου να βρέχει την καμπύλη του πέλματος σου, αργά αργά, και να συνεχίσει στα δάχτυλα σου, ακολουθώντας τον σχηματισμό τους από τα νύχια ως το σημείο που αρχίζει το άλλο δάχτυλο.
Σου γράφω λοιπόν για να σου πω πως και εγώ εγκατέλειψα το απέναντι διαμέρισμα, το παρατηρητήριο μου πλέον βλέπει δέντρα και ουρανό και στο βάθος κάποια διαμερίσματα που ίσως να κρύβεσαι σε ένα από αυτά. Αλλά είναι πολύ μακριά για να σε εντοπίσω.
Παρόλα αυτά θα συνεχίσω να σου γράφω, γιατί σε βλέπω στην καθημερινότητα σου, όταν περπατάς, όταν κάθεσαι όταν είσαι αγχωμένη ή χαλαρή, όταν νιώθεις όμορφη ή άσχημη. Θα συνεχίσω να σου γράφω γιατί μ' αρέσει να σε παρατηρώ.

Καλή Χρονιά σε όλες τις Αγαπημένες Πρωταγωνίστριες και σε αυτούς που ταλαιπωρούν.

Προηγούμενες Αγαπημένες Πρωταγωνιστριες