Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Καλαμάτα 9 Μάη 1934 (Μια άλλη ιστορία)

Μια άλλη ματιά στην αιματηρή απεργία της Καλαμάτας στις 9 Μάη το 1934.
Αναδημοσίευση από Χρόνος για Ξόδεμα 




















Για την εξέγερση των μυλεργατών στην Καλαμάτα τα τελευταία χρόνια έχουν γραφτεί πολλά, από διάφορο κόσμο που έχει αναδείξει το ζήτημα. Έγω παραθέτω το κείμενο του Μπούρμπουνα για τα γεγονότα του Μαίου του 1934.
Ωστόσο μέσα στις γενικές πληροφορίες που μας έχουν εξιστορήσει η παλιοί έιναι και μια που σχετικά πρόσφατα έφτασε στο αυτί μου, απ τον μπαρμπά Μήτσο τον Βάγια, αντάρτη στα χρόνια του εμφυλίου στην περιοχή του Μωριά. 
Κατά την προσπάθεια της κατάπνιξης της απεργίας των εργατών στην Καλαμάτα το 34 ο αξιωματικός που έλαβε την εντολή εκ των ανωθεν για πύρ και διέταξε τους στρατιώτες να καταπνίξουν την απεργία ονομαζόταν Διακουμογιαννόπουλος. Μετέπειτα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου ο ΕΛΑΣ έχοντας έλλειψη αξιωματικών ζήτησε την ένταξη του Διακουμογιαννόπουλου στο αντάρτικο. Ο ίδιος τους είπε: "έγω είχα δολοφονήσει εργάτες το 34 στην Καλαμάτα, πως θα μπορέσω τώρα να έρθω μαζί σας;". Τελικώς ο Διακουμογιαννόπουλος (Στέλιος νομίζω στο μικρό) αναδείχθηκε σε μια απ τις ηγετικές μορφές του ΕΛΑΣ στη Μεσσηνία αλλά και σε ολόκληρη την Πελοπόννησο.
Για την ιστορία, ο μπαρμπά Μήτσος που μου έχει εξιστορήσει πολλά από εκείνα τα χρόνια, ζει και βασιλεύει, 90κάτι χρονών. Η δική του προσωπική ιστορία θα μπορούσε να γίνει κάλλιστα ταινία.



Ραντεβού στους μύλους...χέσε τα Jumbo!!!



Στους μύλους. 
Που είδαν πλοία να φεύγουν για την Αμερική, γεμάτα ελπίδα αλλά και καημό.
 Άσπρα μαντήλια, μαύρα δάκρια και μια καρδιά που σπαρταράει ξεχασμένη στον λιμενοβραχίονα,
περιμένοντας στους κάβους την ημέρα που το πλοίο θα ξαναδέσει.
Στους μύλους του μόχθου για κάτι καλύτερο. 
Της σκλαβιάς των χρημάτων και της καταπίεσης. 
Των όπλων, του αίματος και των πληγωμένων ονείρων.
Στους μύλους της έκρηξης, της εξέγερσης και
του γκρεμίσματος της μηχανής.
Μέχρι να βγεί και η τελευταία πνοή,
μέχρι να γκρεμιστεί η μηχανή,
το ραντεβού οφείλει να είναι στους μύλους.


ΚΑΛΑΜΑΤΑ1934: Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Το παρακάτω κείμενο είχε δημοσιευτεί τον Δεκέμβριο του 2002 από την αναρχική εφημερίδα Διαδρομή Ελευθερίας.

Η πόλη της Καλαμάτας αριθμεί σήμερα πάνω από 50 χιλιάδες κατοίκους. Η ανεργία είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της πόλης, όπως άλλωστε και όλης της περιοχής της Πελοποννήσου. Σήμερα λίγα εργοστάσια έχουν μείνει στην περιοχή, κυρίως μικρές βιοτεχνίες. Το μόνο μεγάλο εργοστάσιο είναι αυτό της καπνοβιομηχανίας Καρέλια το οποίο συνεχώς απολύει εργάτες καθώς αποκτά νέα μηχανήματα που αντικαθιστούν τα εργατικά χέρια. Η τεχνολογική «ανάπτυξη» είναι για άλλη μια φορά η αιτία για την δυστυχία πολλών ανθρώπων.

Κάτι ανάλογο έγινε στην πόλη και το 1934. Όμως, την εποχή εκείνη, σε αντίθεση με την σημερινή αδράνεια, οι αντιδράσεις οδήγησαν σε μια αιματοβαμμένη εξέγερση που ανέδειξε τη δύναμη που κρύβουν μέσα τους οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι.

Το 1934 οι εργάτες στο λιμάνι της Καλαμάτας (που τότε ήταν ένα από τα πιο δραστήρια λιμάνια στον ελλαδικό χώρο) ήρθαν αντιμέτωποι με τα τεχνολογικά «επιτεύγματα» της εποχής. Στο λιμάνι λειτουργούσαν τότε οι μεγάλοι αλευρόμυλοι «Ευαγγελίστρια». Πολλά καράβια που μετέφεραν σιτάρι έφθαναν εκεί για την παραγωγή αλευριού. Οι ιδιοκτήτες των μύλων (Πάστρας και Τραβασάρας) είχαν αποφασίσει να αγοράσουν ένα νέο μηχάνημα το οποίο θα ρουφούσε το σιτάρι από τα αμπάρια των πλοίων και θα το οδηγούσε κατευθείαν στον μύλο. Αυτό βέβαια θα είχε σαν συνέπεια την απόλυση πολλών από τους φορτοεκφορτωτές που έκαναν μέχρι τότε την δουλειά αυτή. Για να αποφευχθούν οι σίγουρες αντιδράσεις, το κράτος αποφάσισε να δίνονται στους εργάτες 6 δραχμές για κάθε τόνο σιταριού που θα εκφορτωνόταν από την «ρουφήχτρα». Όμως οι λιμενεργάτες δεν έπεσαν σε αυτήν την παγίδα.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν μετά την εγκατάσταση και λειτουργία της «ρουφήχτρας» είναι τέτοια που δείχνουν την δύναμη της κοινωνικής αλληλεγγύης και μαχητικότητας, αλλά και την κρατική κτηνωδία.

Οι βιομήχανοι της «Ευαγγελίστριας» αποφάσισαν να λειτουργήσουν τον απορροφητήρα την Τετάρτη 9 Μαΐου 1934. Τρεις μέρες πριν, την Κυριακή 6 Μαΐου, στην Νομαρχία Μεσσηνίας πραγματοποιείται σύσκεψη των τοπικών εξουσιαστών για την αντιμετώπιση των αντιδράσεων στην επικείμενη λειτουργία του μηχανήματος. Στην σύσκεψη συμμετέχουν και εκπρόσωποι των κυλινδρόμυλων. Η απόφαση τους είναι να ληφθούν ισχυρά μέτρα φρούρησης των εγκαταστάσεως της βιομηχανίας στο λιμάνι εν όψει μάλιστα και της άφιξης δυο πλοίων με σιτάρι το οποίο θα εκφορτωνόταν από την «ρουφήχτρα». Πράγματι το απόγευμα της Κυριακής κατέβηκαν στο λιμάνι όλες σχεδόν οι κατασταλτικές δυνάμεις του νομού. Στρατιώτες και χωροφύλακες συντάχτηκαν σε θέση μάχης. Στα «μέτρα ασφαλείας» συμμετείχε και το σύνολο της έφιππης χωροφυλακής της περιοχής αλλά και μπράβοι των βιομηχάνων.

Τη Δευτέρα 7 Μαΐου στη γενική συνέλευση των λιμενεργατών αποφασίζεται απεργία για την επόμενη μέρα. Οι περισσότεροι καταστηματάρχες της περιοχής του λιμανιού αποφάσισαν να κρατήσουν και αυτοί κλειστά τα μαγαζιά τους την Τρίτη σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τους λιμενεργάτες. Κάποιες προσπάθειες συνδικαλιστών να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με το υπουργείο οικονομικών για «να βρεθεί μια λύση» συναντά την αδιαφορία της κυβέρνησης. Έτσι κάποιοι συνδικαλιστές πήγαν μέχρι την Αθήνα για να διαπραγματευτούν. Όμως, τελικά, αυτοί αποδέχτηκαν την κυβερνητική πρόταση (για αποζημίωση 6 δραχμών ανά τόνο εκφόρτωσης). Όταν έγινε γνωστή στην γενική συνέλευση η συμφωνία που έκαναν οι συνδικαλιστές στην Αθήνα, οι λιμενεργάτες την απέρριψαν και αποκήρυξαν τους δύο συνδικαλιστές.

Από το πρωί της Τρίτης 8 Μαΐου, ένοπλοι περίπολοι του στρατού και της χωροφυλακής γυρίζουν στους δρόμους της πόλης. Ένα πολυβόλο του στρατού έχει στηθεί στο λιμάνι. Η απεργία έχει νεκρώσει την πόλη και κυρίως την περιοχή του λιμανιού που τα πάντα είναι κλειστά. Στην απεργία συμμετέχουν και οι μυλεργάτες. Το απόγευμα το πλοίο «Λίμνη» φτάνει στο λιμάνι της Καλαμάτας γεμάτο σιτάρι. Οι εργάτες μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, μαζεύονται στο λιμάνι για να αποδοκιμάσουν το αγκυροβόλημα του πλοίου. Γίνεται μια αποτυχημένη προσπάθεια να διασπαστούν οι γραμμές των αστυνομικών και στρατιωτών χωρίς να πάρουν έκταση οι συγκρούσεις. Λίγες ώρες αργότερα, αφού είχε βραδιάσει και ο περισσότερος κόσμος είχε διαλυθεί, μια ισχυρή έκρηξη συνταράσσει την περιοχή κοντά στους μύλους χωρίς υλικές ζημιές ή τραυματισμούς. Δεν είναι σίγουρο τι ήταν ακριβώς αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν βομβιστική επίθεση. Κάποιος αρτεργάτης ονόματι Γιαννακέας είχε κατασκευάσει μια ισχυρή βόμβα από δυναμίτη και είχε νωρίτερα αποπειραθεί να την τοποθετήσει στους κυλινδρόμυλους, αλλά κάποιοι «συναγωνιστές του» τον απέτρεψαν. Είναι πολύ πιθανό ο ίδιος να προσπάθησε ξανά… Κάποιοι ξενυχτούν στην προκυμαία εν αναμονή της επόμενης μέρας.

Από τις 6 το πρωί της Τετάρτης 9 Μαΐου, λιμενεργάτες φορτοεκφορτωτές και μυλεργάτες μαζί με τις
οικογένειές τους μαζεύονται στο λιμάνι με σκοπό να αποτρέψουν την εκφόρτωση του πλοίου «Λίμνη». Οι κάτοικοι της πόλης για άλλη μια μέρα είναι στο πλευρό των λιμενεργατών. Ο στρατός είναι ξανά παραταγμένος στην προκυμαία και εμποδίζει την προσέγγιση στο δυτικό τμήμα του λιμανιού, όπου βρίσκεται ο μύλος. Στρατιώτες έχουν λάβει θέσεις ακόμα και πάνω στο πλοίο «Λίμνη». Κατά τις 8 το πρωί η «ρουφήχτρα» ξεκίνησε να λειτουργεί και να αδειάζει το «Λίμνη». Επικρατεί ένταση. Ο νομάρχης φέρεται να απειλεί τους συγκεντρωμένους με τα παρακάτω λόγια: «Παιδιά μην επιμένετε, θα μετανοήσετε. Το Κράτος έχει την δύναμη να επιβάλει την θέλησή του». Οι διαδηλωτές επιτίθενται επανειλημμένα στους στρατιώτες και χωροφύλακες για να τους διασπάσουν και να φτάσουν στο σιλό, όπου λειτουργεί το απορροφητικό μηχάνημα. Δεν τα καταφέρνουν. Οι στρατιώτες τους χτυπούν με τους υποκόπανους των όπλων. Τότε κάποιοι λιμενεργάτες βλέποντας ότι είναι αδύνατο να προσεγγίσουν το πλοίο και την ρουφήχτρα από τη στεριά αποφάσισαν να προσπαθήσουν μέσω θαλάσσης. Έτσι τρεις από αυτούς επιβιβάζονται σε μια βάρκα η οποία σέρνει μια μικρή φορτηγίδα όπου μπαίνουν άλλοι πενήντα λιμενεργάτες. Στην φορτηγίδα βρέθηκαν ακόμα και μικρά παιδιά. Ο κόσμος ενθουσιάζεται όταν τους βλέπει και τους ενθαρρύνει με φωνές ενώ ταυτόχρονα ορμούν πάλι εναντίον των στρατιωτών.

Καθώς η φορτηγίδα πλησίαζε προς το «Λίμνη» ακούγεται εντολή του στρατού που διατάζει όσους είναι σε αυτήν να σταματήσουν. Αυτοί όμως συνεχίζουν και τότε ο επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων διατάζει πυρ. Αναρίθμητοι πυροβολισμοί πέφτουν για είκοσι λεπτά περίπου. Κυρίως στρέφονται προς την φορτηγίδα αλλά και προς τους συγκεντρωμένους στην προκυμαία. Το πολυβόλο του στρατού ρίχνει και αυτό συνεχώς ριπές. Είναι αρκετά πιθανό πυρά να ρίχτηκαν και από τα τσιράκια των ιδιοκτητών των μύλων καθώς ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί από τις εγκαταστάσεις της «Ευαγγελίστριας» και αργότερα βρέθηκαν πολλά βλήματα σε τραυματίες από μικρά όπλα που δεν είχε ο στρατός ή η χωροφυλακή.

Επικρατεί πανικός. Οι συγκεντρωμένοι προσπαθούν να προφυλαχτούν από τις σφαίρες. Λίγοι όμως φεύγουν από εκεί. Οι περισσότεροι προσπαθούν να αμυνθούν, αλλά και να αντεπιτεθούν με όποιο τρόπο μπορούν, κυρίως με πέτρες αλλά και με κατά μέτωπο επίθεση. Από τους λιμενεργάτες που βρίσκονταν στην φορτηγίδα, δύο σκοτώθηκαν και τουλάχιστον άλλοι δυο τραυματίστηκαν. Στην προκυμαία πέφτουν άλλοι τρεις νεκροί και πολλοί ακόμα τραυματίζονται.