Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Αγαπημένη μου Πρωταγωνίστρια (Μέρος 2ο)

Αγαπημένη μου πρωταγωνίστρια.
Εχθές ονειρεύτηκα ότι είμουν σε ένα τόπο όπου οι άνθρωποι ζούσαν σε σπίτια χωρίς κουρτίνες.
Τα σπίτια ήταν φωτεινά και σχεδόν τα έκαιγε ο ήλιος.
Οι άνθρωποι δεν είχαν κάτι να κρύψουν και χαιρόντουσαν με το σώμα τους.
Κάποιες φορές στα σπίτια τους έβλεπες μόνο πολύχρωμα εσώρουχα άλλες φορές μονόχρωμα. Όλα τέλεια προσαρμοσμένα στο ανθρώπινο σώμα και το καθένα από αυτά με το δικό του σκοπό και την δικιά του πονηρή ιστορία. Σαν μια ονειρική βρακοσύναξη στριμωγμένη σε λίγα τετραγωνικά χώρο.
Υπάρχουν όμως και οι στιγμές όπου τα πονηρά εσώρουχα δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Τα σώματα γυρίζουν απελευθερωμένα παίρνοντας μια πετσέτα, ψάχνοντας στην ντουλάπα ή παραδομένα στην λάγνα βία άλλων γυμνών σωμάτων ψάχνουν με αυτό τον τρόπο να ενωθούν με κάτι το υπερβατικό.
Υπήρχε κάτι όμως το οποίο δεν μπορούσα να καταλάβω.
Ακόμα και σε αυτή την συνθήκη τα ζευγάρια είχαν το άγχος της επιβίωσης. Τους έλειπε η ραστώνη που επέρχεται μετά την συνουσία. Αυτή η κατάσταση όπου τα ζευγάρια απλά βρίσκονται αφημένα στον τόπο της συνουσίας και υποψιάζονται τη ζωή τους.
Τα γυμνά σώματα μεμιάς φορούν ρούχα, βγάζουν να φάνε, απλώνουν ρούχα και μιλάνε στο τηλέφωνο. Η παράσταση τελείωσε λοιπόν; Έτσι απλά;  
Που πήγε η ποίηση του μετά; Η ποίηση που επιβεβαιώνει ότι όλη η κατάσταση πριν την συνουσία είχε ποιητικό λόγο ύπαρξης;
Η άγαρμπη κατάσταση της επιβίωσης επιβάλλεται λοιπόν στον συνουσιακό χωροχρόνο και τον καταστρέφει, μετατρέποντας τον από κάψουλα ονειρέματος σε τραπέζι με φαγητό, σε ένα σαλόνι με μια τηλεόραση ανοιχτή ή σε μια πλαστική λεκάνη  με πλυμένα ρούχα που πρέπει να απλωθούν για να στεγνώσουν. 
Έτσι λοιπόν και εγώ κατάλαβα πως οι κουρτίνες τελικά υπάρχουν και σε αυτό το μέρος. 
Μπορεί να μην βρίσκονται στα παράθυρα, αλλά υπάρχουν σε ένα τραπέζι με φαγητό, σε ένα σαλόνι με μια τηλεόραση ανοιχτή και τελικά σε μια πλαστική λεκάνη  με πλυμένα ρούχα που πρέπει να απλωθούν για να στεγνώσουν.

υγ: Η φώτο είναι από το πονηρό αρχείο της Πέτρας.